Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Με ένα παπούτσι για μαξιλάρι...

Tι να πεις σε ένα προσφυγόπουλο για τη γεωστρατηγική; Σε ποια γλώσσα να εξηγήσεις σε ένα παιδί για την περίφημη σκακιέρα της πολιτικής και των συμφερόντων;
Πώς να καταλάβει αυτό το αθώο πιόνι του πολέμου γιατί βρέθηκε να κοιμάται σε ξένα χώματα με ένα παπούτσι στο προσκεφάλι του;

Λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι του, το μικρό κορίτσι από το Κομπάνι κοιμάται και ξυπνά κάτω από τις εκρήξεις των βομβών σε έναν από τους δεκάδες καταυλισμούς των ξεριζωμένων Κούρδων της Συρίας που βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τα τουρκοσυριακά σύνορα. Πέρα από τα συρματοπλέγματα δεν υπάρχει πια τίποτα. 

Το σπίτι καμένο. Ο πατέρας εξαφανισμένος στη δίνη του πολέμου. Μια μάνα και τέσσερα αδέρφια απέμειναν να της θυμίζουν αυτό που ζούσε μέχρι χθες. Σήμερα η ζωή της στριμώχτηκε μέσα σε ένα αντίσκηνο και ένα μεταλλικό πιάτο για το συσσίτιο της επιβίωσης. 

Στον δρόμο για την προσφυγιά δεν είχε τίποτα να πάρει μαζί της παρά μονάχα ένα παπούτσι του πατέρα της. Είναι ό,τι της απόμεινε για να τον θυμάται και να τον ονειρεύεται από τη μέρα που τον είδε να φεύγει για το Κομπάνι με ένα όπλο στον ώμο.

Μπορεί να μια μέρα να τον ξαναδεί, ίσως και όχι. Αν όμως μια μέρα γυρίσει στον τόπο που γεννήθηκε, θα ξέρει πως δεν είναι κατάρα ούτε ντροπή που γεννήθηκε γυναίκα. Θα ξέρει πως ο πατέρας της πολέμησε όχι μόνο για τη λευτεριά του λαού της, αλλά και για το δικαίωμά της να είναι γυναίκα. 

Θα έρθει η μέρα που η μικρή προσφυγοπούλα θα μάθει για τους άντρες και τις γυναίκες που θυσιάστηκαν για ό,τι εμείς οι ξένοι θεωρούμε σήμερα αυτονόητο. Γιατί δεν είναι μονάχα η ελευθερία και η αυτοδιάθεση ενός λαού που κερδίζεται και χάνεται μέτρο το μέτρο καθημερινά στο Κομπάνι, είναι και κάτι ακόμα πιο ανθρώπινο που πολεμάει αυτές τις μέρες σε εκείνη τη μικρή κουκίδα του χάρτη. 

Είναι ο αγώνας μιας χούφτας γυναικών να σωθούν από ένα μέλλον σκοτεινό και υποταγμένο στον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία των πολιορκητών τους.


Πέτρος Κατσάκος από avgi